Στις μέρες μας ακούμε όλο και πιο συχνά περιστατικά κακοποίησης, ανακαλύπτοντας σταδιακά έναν νέο κόσμο. Έναν κόσμο που μέχρι πρότινος ίσως δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι χωράει τόσες μορφές κακοποίησης, τόσους θύτες και άλλα τόσα θύματα. Είτε μιλάμε για σεξουαλική, σωματική ή ψυχολογική κακοποίηση, το κοινό χαρακτηριστικό όλων των θυμάτων είναι η σκέψη «Μήπως φταίω εγώ που μου συνέβη;».
Οποιαδήποτε μορφή κακοποίησης, έρχεται ως γροθιά στην αυτοεκτίμηση του ατόμου. Δοκιμάζει τη δύναμή του και ενεργοποιεί αντανακλαστικά συναισθήματα όπως είναι ο θυμός και η ενοχή. Ενοχή για ποιόν; Για τι;
Η ενοχή αναπτύσσεται απέναντι σε μια κατάσταση που θεωρούμε ότι ήταν βλαβερή προς κάποιον άλλον ή προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Αυτό το συναίσθημα είναι πολύ δυσάρεστο, επίμονο και βασανιστικό για το θύμα, σε συνειδητό και μη συνειδητό επίπεδο.
Τα θύματα θυμώνουν με τον εαυτό τους, ως τον μοναδικό τρόπο να αποδώσουν ευθύνη σε κάποιον – ακόμη και στον ίδιο τους τον εαυτό – ο οποίος πλέον στέκεται απέναντί τους σαν έναν άλλος άνθρωπος και τους κοιτά επικριτικά για αυτό που συνέβη. Η απόδοση ευθύνης είναι απαραίτητη ανάγκη για μια ενέργεια που ξεπερνά τα όρια και την ανθρώπινη λογική, ως μια προσπάθεια κατανόησης και αποδοχής/συμφιλίωσης με την κακοποιητική συμπεριφορά.
Η απόδοση ευθύνης στον εαυτό του δίνει στον κακοποιημένο την αίσθηση ότι μπορεί να αποφύγει στο μέλλον την επανάληψη της κακοποιητικής συμπεριφοράς εφόσον είναι ο ίδιος υπεύθυνος γι’ αυτήν. Είναι όμως πράγματι έτσι?
Τι πρέπει να θυμάσαι για την ενοχή:
- Η ενοχή έχει σωτήριο ρόλο. Η ένταση του συναισθήματος της ενοχής μετά από μια βλαπτική συμπεριφορά κάνει το θύμα να αποφύγει την επανάληψή της.
- Η ενοχή και ο θυμός συντηρούν την αυτοκατηγορία και τη σιωπηλή διαχείριση της κακοποίησης. Ορισμένα θύματα βιώνουν τη συμπεριφορική αυτοκατηγορία, πιστεύουν δηλαδή ότι έκαναν κάποιο λάθος και προκάλεσαν οι ίδιοι την κακοποίηση ενώ άλλα θύματα βιώνουν τη χαρακτηρολογική αυτοκατηγορία, πιστεύουν δηλαδή ότι έχουν κάνει κάτι λάθος και συνεπώς τους αξίζει να τους φέρονται κακοποιητικά, εξαργυρώνοντας το θυμό προς τον εαυτό τους μέσα από τις πράξεις του θύτη.
- Η ενοχή έπειτα από μια κακοποιητική εμπειρία έρχεται μαζί με την αίσθηση του «παγώματος» σε μία προσπάθεια να «απενεργοποιηθει» η ένταση των συναισθημάτων και πηγάζει από την αίσθηση απογοήτευσης του ίδιου του εαυτού.
- Η κακοποίηση δε ξεχνιέται και δεν δικαιολογείται. Ο μόνος τρόπος για να ανακουφιστεί η ενοχή είναι η χωρίς επίκριση και γεμάτη αποδοχή επαφή με έναν άλλον άνθρωπο.
Οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν βιώσει στη ζωή τους κακοποίηση, συνεχίζουν να ζουν με έντονα συναισθήματα θλίψης, ενοχής, ντροπής και σύγχυσης. Για την ενίσχυση του ατόμου είναι σημαντική και απαραίτητη η βοήθεια της οικογένειας και φίλων αλλά και η κατάλληλη καθοδήγηση και υποστήριξη από επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Στόχος της θεραπείας είναι να μπορέσει το θύμα να διαχειριστεί τα συναισθήματά του σε ένα ασφαλές περιβάλλον μέσα από ανοιχτή επικοινωνία, εμπιστοσύνη, κατανόηση και αποδοχή.